Ο Akshay Joshi, Head of the Centre for Cybersecurity του World Economic Forum, αναλύει στο HelpNet Security τις νέες προκλήσεις για την κυβερνοασφάλεια, το διευρυνόμενο χάσμα ανθεκτικότητας μεταξύ οργανισμών και περιοχών και την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η ασφάλεια ως στρατηγική επιχειρηματική προτεραιότητα.

Η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει τις επιθετικές και αμυντικές δυνατότητες στον κυβερνοχώρο, οι γεωπολιτικές εντάσεις δημιουργούν νέες εστίες κινδύνου και η ψηφιακή απάτη αποκτά ολοένα πιο οργανωμένο και βιομηχανοποιημένο χαρακτήρα. Οι εξελίξεις αυτές μεταβάλλουν την ταχύτητα, την κλίμακα και τη φύση των κυβερνοαπειλών, απαιτώντας από τις επιχειρήσεις να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούν και διαχειρίζονται τον ψηφιακό κίνδυνο.

Αυτή είναι η εικόνα που περιγράφει ο Akshay Joshi, Head of the Centre for Cybersecurity του World Economic Forum (WEF), αναφερόμενος στα ευρήματα της έκθεσης Global Cybersecurity Outlook 2026. Όπως επισημαίνει, η κυβερνοασφάλεια εισέρχεται σε μια νέα φάση, στην οποία η τεχνολογική επιτάχυνση, ο γεωπολιτικός κατακερματισμός και η οργανωμένη ψηφιακή εγκληματικότητα συνθέτουν ένα περισσότερο σύνθετο περιβάλλον κινδύνου. Σε αυτό το πλαίσιο, η ταχύτητα αντίδρασης και η ικανότητα διατήρησης του ελέγχου αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες κυβερνοανθεκτικότητας.

Η ψηφιακή απάτη ξεπερνά το ransomware ως κορυφαία ανησυχία

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας του WEF αφορά την έκταση της ψηφιακής απάτης και του phishing. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Joshi, το 73% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι είτε ο ίδιος είτε κάποιος από το περιβάλλον του είχε επηρεαστεί προσωπικά από περιστατικό ψηφιακής απάτης το 2025, ενώ το 77% ανέφερε αύξηση των περιστατικών απάτης και phishing.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται και στις προτεραιότητες της επιχειρηματικής ηγεσίας. Όπως αναφέρει ο επικεφαλής του Centre for Cybersecurity του WEF, οι CEOs κατατάσσουν πλέον την ψηφιακή απάτη και το phishing υψηλότερα από το ransomware ως προς τις ανησυχίες τους για την κυβερνοασφάλεια.

Η μετατόπιση αυτή αναδεικνύει μια σημαντική αλλαγή στην αντίληψη του κινδύνου. Η απειλή δεν περιορίζεται πλέον στην παραβίαση εταιρικών δικτύων ή στην κρυπτογράφηση δεδομένων με σκοπό την καταβολή λύτρων. Επεκτείνεται στην εξαπάτηση πελατών και εργαζομένων, στην κατάχρηση ψηφιακών ταυτοτήτων και στην υπονόμευση της εμπιστοσύνης που στηρίζει τις ψηφιακές συναλλαγές.

Ο Joshi υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί από τις επιχειρήσεις να υπερβούν τα όρια της προστασίας των δικών τους υποδομών. Η πρόληψη, η αποτελεσματική απόκριση και η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να ενισχυθούν μέσα από τη συνεργασία τεχνολογικών εταιρειών, χρηματοπιστωτικών οργανισμών, τηλεπικοινωνιακών παρόχων, κυβερνήσεων και διωκτικών αρχών.

Η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει επιθέσεις και άμυνα

Η τεχνητή νοημοσύνη μεταβάλλει ουσιαστικά την ισορροπία μεταξύ επιτιθέμενων και αμυνόμενων. Σύμφωνα με τον Joshi, η εξέλιξη των δυνατοτήτων AI μεταφέρει σταδιακά τις επιχειρήσεις στον κυβερνοχώρο από δραστηριότητες που εξαρτώνται από τον ανθρώπινο ρυθμό σε διαδικασίες που εκτελούνται με ταχύτητα μηχανής και αυξανόμενο βαθμό αυτονομίας.

Η αυτοματοποίηση μπορεί να επιτρέψει στους επιτιθέμενους να επιταχύνουν την αναγνώριση στόχων, να εντοπίζουν ευπάθειες, να αναπτύσσουν παραπλανητικό περιεχόμενο και να κλιμακώνουν τις επιχειρήσεις απάτης. Την ίδια στιγμή, η ίδια τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει την αμυντική λειτουργία, επιταχύνοντας τον εντοπισμό απειλών, τη διερεύνηση περιστατικών και την απόκριση σε επιθέσεις.

Το μέγεθος της πρόκλησης αποτυπώνεται σε ένα ακόμη εύρημα της έκθεσης: το 87% των ερωτηθέντων θεωρεί τις ευπάθειες που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη τον ταχύτερα αναπτυσσόμενο κυβερνοκίνδυνο.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, παράλληλα, η προοπτική ανάπτυξης AI agents που θα μπορούν να αναλαμβάνουν σύνθετες εργασίες με περιορισμένη ανθρώπινη παρέμβαση. Όπως εξηγεί ο Joshi, η δυνατότητα τέτοιων συστημάτων να επιδιώκουν συγκεκριμένους στόχους, να αποκτούν πόρους και να συντονίζουν ενέργειες δημιουργεί νέες προκλήσεις για τα υφιστάμενα μοντέλα διακυβέρνησης και άμυνας.

Η εξέλιξη αυτή καθιστά αναγκαία την ενσωμάτωση της ασφάλειας ήδη από τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη των συστημάτων AI. Ο Joshi επισημαίνει ότι οι κυβερνήσεις, οι ρυθμιστικές αρχές και η βιομηχανία πρέπει να συνεργαστούν ώστε η ασφάλεια να αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την αξιοποίηση της τεχνολογίας. Για τους δημιουργούς προηγμένων μοντέλων, αυτό σημαίνει ισχυρούς εσωτερικούς ελέγχους και αξιόπιστες διαδικασίες εξωτερικής αξιολόγησης. Για τις επιχειρήσεις που υιοθετούν AI, σημαίνει αξιοποίηση των δυνατοτήτων της για την ενίσχυση της άμυνας, χωρίς να παραμερίζονται η ανθρώπινη εποπτεία και η λογοδοσία.

Η πρόκληση δεν είναι απλώς η υιοθέτηση της AI, αλλά η ασφαλής αξιοποίησή της, με σαφή όρια, ελέγχους και ευθύνη για τις αποφάσεις υψηλού αντίκτυπου.

Η γεωπολιτική διάσταση εντάσσεται στο μοντέλο κυβερνοκινδύνου

Η γεωπολιτική αστάθεια αποτελεί πλέον καθοριστικό παράγοντα για τον σχεδιασμό της κυβερνοασφάλειας. Οι κυβερνοεπιχειρήσεις συνδέονται όλο και περισσότερο με τον διεθνή ανταγωνισμό, ενώ οι ψηφιακές υποδομές, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και οι τεχνολογικές εξαρτήσεις αποκτούν στρατηγική σημασία.

Σύμφωνα με τον Joshi, το 91% των μεγαλύτερων οργανισμών έχει τροποποιήσει τις στρατηγικές κυβερνοασφάλειας ως απάντηση στη γεωπολιτική αστάθεια, ενώ το 64% των οργανισμών συνυπολογίζει πλέον τις γεωπολιτικά υποκινούμενες επιθέσεις στα μέτρα περιορισμού κινδύνου.

Την ίδια στιγμή, η εμπιστοσύνη στην ετοιμότητα των κρατών για την αντιμετώπιση σοβαρών κυβερνοπεριστατικών παραμένει άνιση. Το 31% των ερωτηθέντων δηλώνει χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης στην ικανότητα της χώρας του να ανταποκριθεί σε ένα μεγάλο κυβερνοπεριστατικό. Οι περιφερειακές αποκλίσεις είναι ακόμη πιο έντονες: το 84% των ερωτηθέντων στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική εκφράζει εμπιστοσύνη στην ικανότητα της χώρας του να προστατεύσει τις κρίσιμες υποδομές, έναντι μόλις 13% στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική.

Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής του Centre for Cybersecurity του WEF, τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι η κυβερνοανθεκτικότητα δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά βάσει τεχνικών ευπαθειών. Οι οργανισμοί χρειάζεται να κατανοούν την έκθεσή τους σε γεωπολιτικούς κινδύνους, τις εξαρτήσεις από κρίσιμες υποδομές και προμηθευτές, καθώς και τις δυνατότητες απόκρισης των χωρών στις οποίες δραστηριοποιούνται.

Για τις επιχειρήσεις με διεθνή παρουσία, η αξιολόγηση αυτή συνδέεται άμεσα με τη συνέχεια των λειτουργιών, την πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες και την ικανότητα ανάκαμψης από διαταραχές που μπορεί να επηρεάσουν ταυτόχρονα πολλούς συνεργαζόμενους οργανισμούς.

Το χάσμα κυβερνοανθεκτικότητας μεταξύ μεγάλων και μικρών οργανισμών

Μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που αναδεικνύει η έκθεση είναι η διεύρυνση του χάσματος κυβερνοανθεκτικότητας. Οι μικρότεροι οργανισμοί εμφανίζονται δύο φορές πιθανότερο να αναφέρουν ανεπαρκή κυβερνοανθεκτικότητα σε σύγκριση με τους μεγαλύτερους, καθώς συχνά διαθέτουν λιγότερους οικονομικούς πόρους, περιορισμένη πρόσβαση σε εξειδικευμένο προσωπικό και μικρότερη δυνατότητα επένδυσης σε προηγμένα εργαλεία ασφαλείας.

Ο Joshi χαρακτηρίζει το χάσμα αυτό πρωτίστως ως χάσμα δυνατοτήτων και επενδύσεων. Ενδεικτικά, το 85% των οργανισμών που δηλώνουν ανεπαρκή κυβερνοανθεκτικότητα αναφέρει ότι δεν διαθέτει το απαιτούμενο ανθρώπινο δυναμικό για την επίτευξη των στόχων κυβερνοασφάλειας, έναντι μόλις 22% μεταξύ των οργανισμών με υψηλή ανθεκτικότητα.

Οι περισσότερο ανθεκτικοί οργανισμοί εμφανίζουν, παράλληλα, μεγαλύτερη ωριμότητα σε πρακτικές όπως η ενσωμάτωση απαιτήσεων ασφαλείας στις διαδικασίες προμηθειών, η συστηματική αξιολόγηση εργαλείων AI, η παρακολούθηση των συστημάτων επιχειρησιακής τεχνολογίας (OT) και η άσκηση των διαδικασιών απόκρισης σε συνεργασία με εξωτερικούς εταίρους.

Η αντιμετώπιση του χάσματος προϋποθέτει, σύμφωνα με τον Joshi, επενδύσεις σε δεξιότητες, κοινές δυνατότητες προστασίας, μηχανισμούς ανάκαμψης και σταθερή χρηματοδότηση. Εξίσου σημαντική είναι η διοχέτευση πόρων σε οργανισμούς και οικοσυστήματα που εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαλωτότητα.

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τις επιμέρους επιχειρήσεις. Σε μια διασυνδεδεμένη ψηφιακή οικονομία, οι αδυναμίες ενός οργανισμού μπορούν να μετατραπούν σε κίνδυνο για τους συνεργάτες, τους πελάτες και ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα. Η κυβερνοανθεκτικότητα του οικοσυστήματος εξαρτάται και από την ικανότητα των λιγότερο προστατευμένων μελών του να ανταποκρίνονται σε επιθέσεις και να ανακάμπτουν.

Η έλλειψη δεξιοτήτων παραμένει κρίσιμο εμπόδιο

Η στενότητα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που συντηρούν το χάσμα ανθεκτικότητας. Όπως αναφέρει ο Joshi, η διαφορά μεταξύ οργανισμών με υψηλή και ανεπαρκή ανθεκτικότητα αποτυπώνεται και στην επάρκεια των ομάδων κυβερνοασφάλειας, με το ποσοστό όσων αντιμετωπίζουν κρίσιμες ελλείψεις να ανέρχεται σε 85% στην πρώτη κατηγορία των ανεπαρκώς ανθεκτικών οργανισμών, έναντι 22% στους περισσότερο ανθεκτικούς.

Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, ο Joshi προκρίνει τη διεύρυνση των διαδρομών εισόδου στο επάγγελμα, τη συνεχή αναβάθμιση των δεξιοτήτων του υφιστάμενου προσωπικού και την ενσωμάτωση γνώσεων κυβερνοασφάλειας σε διαφορετικές επιχειρηματικές και τεχνολογικές λειτουργίες.

Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά, ενισχύοντας τις δυνατότητες των διαθέσιμων ειδικών, αυτοματοποιώντας επαναλαμβανόμενες εργασίες και επιταχύνοντας την ανάλυση απειλών. Δεν υποκαθιστά, ωστόσο, την ανάγκη για ουσιαστική εμπειρία και εξειδικευμένη κρίση.

Όπως σημειώνει, στον κλάδο δεν υπάρχει μόνο έλλειψη δεξιοτήτων, αλλά και έλλειμμα εμπειρίας. Η κατάρτιση χρειάζεται να συνοδεύεται από πρακτική έκθεση σε σύνθετα προβλήματα και πραγματικές επιχειρησιακές προκλήσεις, ώστε οι επαγγελματίες να μπορούν να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τις γνώσεις τους σε απαιτητικά περιβάλλοντα.

Συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με κοινό στόχο

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των σύγχρονων κυβερνοαπειλών δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στις δυνατότητες κάθε οργανισμού ξεχωριστά. Η συνεργασία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα απέναντι σε οργανωμένα δίκτυα κυβερνοεγκλήματος που αξιοποιούν κοινές υποδομές και λειτουργούν πέρα από εθνικά σύνορα.

Ο Joshi υπογραμμίζει ότι η συνεργασία πρέπει να περάσει από την απλή ανταλλαγή πληροφοριών σε μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση κοινής δέσμευσης και συντονισμένης δράσης. Ως παράδειγμα αναφέρει την πρωτοβουλία Partnership Against Cybercrime, μέσω της οποίας η ανταλλαγή πληροφοριών και τεχνογνωσίας συνδυάζεται με τη συνεργασία με τις διωκτικές αρχές, με στόχο τη διατάραξη της δράσης εγκληματικών δικτύων.

Η έκθεση καταγράφει ότι το 48% των CEOs οργανισμών με υψηλή κυβερνοανθεκτικότητα ενισχύει τη συνεργασία με κρατικές υπηρεσίες και ομάδες ανταλλαγής πληροφοριών. Το εύρημα αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της διαρκούς συνεργασίας και όχι μόνο της κινητοποίησης μετά την εκδήλωση μιας σοβαρής επίθεσης.

Παραμένει, ωστόσο, η πρόκληση της ισότιμης πρόσβασης σε τέτοιους μηχανισμούς. Οι μεγάλοι οργανισμοί διαθέτουν συνήθως περισσότερους πόρους για τη συμμετοχή σε δίκτυα πληροφοριών και συνεργασιών, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις συχνά δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση στην ίδια τεχνογνωσία.

Για τον Joshi, προτεραιότητα είναι η ανάπτυξη αξιόπιστων μηχανισμών ανταλλαγής πληροφοριών, κοινής προετοιμασίας και συντονισμένης απόκρισης πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης. Με αυτόν τον τρόπο, η συνεργασία μπορεί να ενισχύσει συνολικά το επίπεδο ασφάλειας και όχι μόνο τις δυνατότητες των ήδη ισχυρών οργανισμών.

Η κυβερνοασφάλεια ως μέρος της επιχειρηματικής στρατηγικής

Το βασικό μήνυμα του Joshi προς τους CEOs και τα διοικητικά συμβούλια είναι σαφές: η κυβερνοασφάλεια πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παράγοντας επιχειρηματικής ανθεκτικότητας και όχι απλώς ως τεχνική λειτουργία ή υποχρέωση συμμόρφωσης.

Αυτό προϋποθέτει ότι η διοίκηση κατανοεί τις κρίσιμες εξαρτήσεις του οργανισμού, γνωρίζει το πιθανό κόστος μιας διακοπής λειτουργίας και κατευθύνει τις επενδύσεις ασφαλείας με βάση την πραγματική έκθεση σε κίνδυνο. Η αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο τις ψηφιακές υποδομές, αλλά και τους προμηθευτές, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις υπηρεσίες τρίτων και τις λειτουργίες από τις οποίες εξαρτάται η επιχειρησιακή συνέχεια.

Όπως τονίζει ο επικεφαλής του Centre for Cybersecurity του WEF, οι οργανισμοί που εμφανίζουν υψηλότερη ανθεκτικότητα διακρίνονται από μεγαλύτερη συμμετοχή των CEOs, στενότερη συνεργασία με εξωτερικούς εταίρους και πιο προληπτική προσέγγιση απέναντι σε κινδύνους όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η γεωπολιτική αστάθεια και οι εξαρτήσεις της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Η συμμόρφωση με τις κανονιστικές απαιτήσεις αποτελεί σημαντικό στοιχείο, δεν αρκεί όμως από μόνη της για να διασφαλίσει την ανθεκτικότητα. Οι επιχειρήσεις χρειάζεται να εξετάζουν πώς θα συνεχίσουν να λειτουργούν όταν μια κρίσιμη υπηρεσία καταστεί μη διαθέσιμη, πώς θα περιορίσουν τις επιπτώσεις μιας επίθεσης και πόσο γρήγορα θα μπορέσουν να ανακάμψουν.

Σε ένα περιβάλλον όπου οι κυβερνοεπιθέσεις μπορούν να επηρεάσουν ταυτόχρονα λειτουργίες, πελάτες, συνεργάτες και την εταιρική φήμη, η ανθεκτικότητα δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του τμήματος IT ή της ομάδας κυβερνοασφάλειας. Αφορά τη συνολική διακυβέρνηση, τη λήψη αποφάσεων και τη στρατηγική κατεύθυνση του οργανισμού.

Το ζητούμενο για τις επιχειρήσεις δεν είναι μόνο να αποτρέπουν τις επιθέσεις, αλλά να διαθέτουν τις δομές, τους πόρους και τις συνεργασίες που θα τους επιτρέψουν να συνεχίσουν να λειτουργούν και να ανακάμπτουν όταν οι άμυνές τους δοκιμαστούν.