Ένα διεθνές βήμα για την ασφάλεια στον ψηφιακό κόσμο

Επ. Καθηγητής Δρ. Φώτης Σπυρόπουλος (PostDoc)
δικηγόρος – ποινικολόγος – εγκληματολόγος, υπεύθυνος Ακαδημαϊκών Δράσεων Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.)

 

 

Μάρθα Λεμπέση
κοινωνιολόγος – εγκληματολόγος, Διευθύντρια Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.)
www.ekeme.gr

 

 

Ο κυβερνοχώρος έχει εξελιχθεί σε καίριο εργαλείο της οικονομικής, κοινωνικής και θεσμικής ζωής και αναδεικνύεται ταυτόχρονα σε πεδίο εκδήλωσης ολοένα και πιο σύνθετων, διασυνοριακών μορφών εγκληματικότητας. Οι δράστες, τα θύματα, οι πάροχοι υπηρεσιών και τα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία ή ψηφιακά αποδεικτικά μέσα (electronic evidence / e-evidence) εντοπίζονται συχνά σε διαφορετικές δικαιοδοσίες, γεγονός που δημιουργεί νέες προκλήσεις για τους «παραδοσιακούς» μηχανισμούς δικαστικής συνδρομής (mutual legal assistance). Στο πλαίσιο αυτό, ο ΟΗΕ ανέλαβε την πρωτοβουλία για την κατάρτιση μιας νέας Σύμβασης για το Κυβερνοέγκλημα επιδιώκοντας να καλύψει το υφιστάμενο θεσμικό κενό και προσφέροντας οικουμενικό πλαίσιο διεθνούς συνεργασίας με πλήρη σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματα.

Από τη Σύμβαση της Βουδαπέστης σε μια νέα, οικουμενική προσέγγιση

Η δημιουργία της νέας αυτής Σύμβασης αναμένεται να αποτελέσει διεθνές σημείο αναφοράς για την καταπολέμηση του κυβερνοεγκλήματος. Παρότι η Σύμβαση της Βουδαπέστης (2001), η οποία καταρτίστηκε στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, διέθετε μηχανισμό “ανοικτής συμμετοχής” (open accession), που επέτρεπε την προσχώρηση και μη ευρωπαϊκών κρατών, δεν εξασφάλισε καθολική αποδοχή. Πολλά κράτη εκτός Ευρώπης —μεταξύ των οποίων η Ρωσία, η Κίνα και η Ινδία— θεώρησαν ότι επρόκειτο για “ευρωπαϊκό προϊόν” με δυτικοκεντρική προσέγγιση ως προς την ασφάλεια, την προστασία δεδομένων και τη δικαιοδοσία. Ο ευρωκεντρικός αυτός χαρακτήρας της Σύμβασης της Βουδαπέστης, όπως τελικώς λειτούργησε, απετέλεσε το βασικό επιχείρημα για τη διαμόρφωση, υπό τον ΟΗΕ, μιας νέας, πραγματικά οικουμενικής Σύμβασης, ικανής να εξασφαλίσει ισότιμη συμμετοχή όλων των κρατών και να αποφύγει την εικόνα «επέκτασης ευρωπαϊκών προτύπων».

Διαπραγματεύσεις, υιοθέτηση και δομή της νέας Σύμβασης

Το 2019, λοιπόν, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ συγκρότησε Ad Hoc Επιτροπή για τη σύνταξή της – οι διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα κατά τα έτη 2020–2024 ανέδειξαν έντονες αποκλίσεις μεταξύ κρατών που προέτασσαν την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άλλων που έδιναν έμφαση στην κρατική κυριαρχία και τον έλεγχο του κυβερνοχώρου. Η υιοθέτηση της Σύμβασης στις 24 Δεκεμβρίου 2024 (Απόφαση 79/243 της Γενικής Συνέλευσης) υπήρξε προϊόν συμβιβασμών, με στόχο την ενισχυμένη διεθνή συνεργασία και την ανταλλαγή ηλεκτρονικών ή ψηφιακών αποδεικτικών μέσων (e-evidence), υπό ρητές δικλίδες προστασίας έναντι καταχρήσεων.

Η Σύμβαση υπογράφεται στο Ανόι τον Οκτώβριο του 2025, θα υπάρχει δυνατότητα προσχώρησης σε αυτήν έως τον Δεκέμβριο του 2026 και θα τεθεί σε ισχύ την 90ή ημέρα από την κατάθεση της τεσσαρακοστής πράξης κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης. Μέχρι τότε, η σύμβαση θα βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο και η πρακτική της αποτελεσματικότητα θα εξαρτηθεί από το εύρος της διεθνούς συμμετοχής και τον βαθμό πολιτικής δέσμευσης των κρατών, δηλαδή από την έκταση της διεθνούς αποδοχής και τη συνέπεια στην κύρωση ενσωμάτωση στα εθνικά δίκαιο και την εφαρμογή της.

Η δομή της σύμβασης οργανώνεται σε τρεις άξονες που περιλαμβάνουν: (α) βασικό κατάλογο αδικημάτων (μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, υποκλοπή επικοινωνιών, αλλοίωση/διαγραφή δεδομένων, επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, ηλεκτρονική απάτη/πλαστογραφία κ.α.), (β) μηχανισμούς ταχείας συλλογής, διατήρησης και διασυνοριακής ανταλλαγής ηλεκτρονικών ή ψηφιακών αποδεικτικών μέσων (e-evidence), και (γ) θεσμικές εγγυήσεις προστασίας δικαιωμάτων, με έμφαση στην αναλογικότητα, την ιδιωτικότητα και τη δίκαιη δίκη. Σημαντική, σε κάθε περίπτωση, κρίνεται η μετάβαση από τις χρονοβόρες διμερείς διαδικασίες σε ένα σύστημα άμεσης συνεργασίας, το οποίο επιδιώκει την έγκαιρη και νόμιμη πρόσβαση στα ευμετάβλητα ψηφιακά ίχνη.

Η συμβολή του ΚΕ.Μ.Ε. και η επόμενη μέρα της διεθνούς συνεργασίας

Η Σύμβαση εντάσσεται στο ήδη διαμορφωμένο διεθνές πλαίσιο συνεργασίας, συμπληρώνοντας υφιστάμενα περιφερειακά και διεθνή κείμενα και αναγνωρίζοντας ιδίως τη Σύμβαση της Βουδαπέστης ως κοινό σημείο αναφοράς και πηγή ορισμών, διαδικασιών και τεχνικής ορολογίας για τη διεθνή συνεργασία. Ως «ζωντανό κείμενο», υπόκειται σε δυνατή διαρκή θεσμική εξέλιξη, προβλέποντας Διάσκεψη Κρατών Μερών και δυνατότητα θέσπισης συμπληρωματικών πρωτοκόλλων, ώστε να διασφαλίζεται η θεσμική εξισορρόπηση και η προσαρμογή της στις τεχνολογικές και κανονιστικές εξελίξεις. Η αλληλεπίδραση τριών διαστάσεων — νομικής, τεχνολογικής και γεωπολιτικής — θα καθορίσει τελικά την αποτελεσματικότητα, τη νομιμοποίηση και τη θεσμική βιωσιμότητα της Σύμβασης.

Η συμβολή του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.) στη δημιουργία της σύμβασης υπήρξε ουσιαστική και καθοριστική. Ως οργανισμός με ειδικό συμβουλευτικό καθεστώς στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο του ΟΗΕ (ECOSOC), το ΚΕ.Μ.Ε. συμμετείχε ενεργά στις επίσημες συνεδριάσεις και στις διασυνεδριακές διαβουλεύσεις της περιόδου 2022–2023. Στο πλαίσιο αυτό, κατατέθηκαν στοχευμένες παρατηρήσεις για ζητήματα διεθνούς συνεργασίας και ο γράφων Επ. Καθηγητής Δρ. Φώτιος Σπυρόπουλος παρουσίασε, κατά την 4η Διασυνεδριακή Διαβούλευση, την εισήγηση “Technoethics, AI & Criminal Law”, αναδεικνύοντας τη σύνδεση τεχνοηθικής, τεχνητής νοημοσύνης και ποινικού δικαίου. Κατά, δε, την 5η συνεδρίαση, η ομάδα επιστημόνων του Εργαστηρίου Ψηφιακής Εγκληματολογίας και Κυβερνοεγκλήματος – DiCriC Lab, υπέβαλε έγγραφη τοποθέτηση  / υπόμνημα επί του Κεφαλαίου VI (Προληπτικά Μέτρα), προτείνοντας την ενίσχυση της πρόληψης μέσω τεχνικής επάρκειας, κοινωνικής εμπιστοσύνης και θεσμικής διαφάνειας. Η συνολική συμβολή του φορέα μας ανέδειξε τον κρίσιμο ρόλο της κοινωνίας των πολιτών ως εγγυητή διαφάνειας, λογοδοσίας και ανεξάρτητης επιστημονικής τεκμηρίωσης στο πεδίο του κυβερνοεγκλήματος και της αντιμετώπισής του.

Η υιοθέτηση της Σύμβασης δεν αποτελεί το τέλος αλλά την αφετηρία ενός νέου κύκλου διεθνούς συνεργασίας. Για τους πολίτες και την κοινωνία, η Σύμβαση μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσθετο δίχτυ προστασίας έναντι του κυβερνοεγκλήματος, υπό την προϋπόθεση ότι θα διαφυλάσσεται η πάντοτε εύθραυστη ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας. Το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος, με την ιδιότητα του συμβουλευτικού status στον ΟΗΕ ως ανωτέρω, θα συνεχίσει να πρωτοστατεί σε διεθνές επίπεδο για την παραγωγή επιστημονικών θέσεων εξελίσσοντας την επιστημονική σκέψη σε διεθνές επίπεδο και βάζοντας σε κεντρικό σημείο στον παγκόσμιο χάρτη την ελληνική επιστημονική κοινότητα.