- Η SealPath δημοσιεύει την έκθεση «State of Data Protection 2026», η οποία αποκαλύπτει ότι οι οργανισμοί εξακολουθούν να δυσκολεύονται να προστατεύσουν την πληροφορία από τη στιγμή που αυτή βγαίνει εκτός της περιμέτρου τους, πρόκληση που γίνεται ακόμη μεγαλύτερη με την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης.
- Παρότι το 85% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι εφαρμόζει την αρχή των ελάχιστων προνομίων (least privilege), μόλις το 36% μπορεί να τροποποιήσει τα δικαιώματα πρόσβασης ενός εγγράφου αφού αυτό έχει αποσταλεί.
- Η μελέτη αναλύει επίσης την έκθεση ευαίσθητων πληροφοριών σε εργαλεία AI και επισημαίνει ότι το 48% των ερωτηθέντων επιβεβαιώνει ότι έχουν εισαχθεί ευαίσθητες πληροφορίες σε εργαλεία AI, ενώ ένα επιπλέον 20% υποψιάζεται ότι αυτό έχει συμβεί.

Οι οργανισμοί έχουν σημειώσει πρόοδο στη διαχείριση του ποιος μπορεί να έχει πρόσβαση στην πληροφορία, ωστόσο η διατήρηση του ελέγχου πάνω σε αυτήν όταν κοινοποιείται σε τρίτους, όταν γίνεται λήψη της ή όταν χρησιμοποιείται εκτός των συνήθων περιβαλλόντων παραμένει πρόκληση. Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της πρώτης έκθεσης «State of Data Protection 2026», που εκπόνησε η SealPath με βάση έρευνα που απευθύνθηκε σε CISOs και επαγγελματίες ασφάλειας και τεχνολογίας.
Η έκθεση δημοσιεύεται σε μια περίοδο ανάπτυξης και διεθνούς επέκτασης για τη SealPath. Κατά τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2026, η εταιρεία αύξησε τις εργασίες της κατά περισσότερο από 20% σε αγορές όπως η Ευρώπη και η Ασία, ενισχύοντας τη διεθνή της παρουσία.
Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ένα χάσμα ανάμεσα στη διαχείριση της πρόσβασης και στον έλεγχο της πληροφορίας μετά την κοινοποίησή της. Παρότι το 85% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι εφαρμόζει την αρχή των ελάχιστων προνομίων, μόνο το 36% αναφέρει ότι μπορεί να τροποποιήσει τα δικαιώματα ενός εγγράφου αφού το έχει αποστείλει. Επιπλέον, μόνο το 21% διαθέτει μόνιμη (persistent) προστασία, η οποία συνοδεύει το αρχείο όπου κι αν μετακινηθεί.
Η συνεργασία και η τεχνητή νοημοσύνη διευρύνουν τα σενάρια έκθεσης
Η συνεργασία με τρίτους είναι συνήθης πρακτική, όπως επιβεβαιώνει η έκθεση: το 72% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι μοιράζεται ευαίσθητες πληροφορίες με άλλους οργανισμούς τουλάχιστον περιστασιακά. Ωστόσο, μόνο το 46% αναφέρει ότι μπορεί να ανακαλέσει την πρόσβαση σε πληροφορίες που έχει κοινοποιήσει, και το 32% ότι μπορεί να ελέγξει (audit) την πρόσβαση τρίτων.
Η υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης προσθέτει νέες οδούς έκθεσης. Το 48% επιβεβαιώνει ότι έχουν εισαχθεί ευαίσθητες πληροφορίες σε εργαλεία AI και ένα επιπλέον 20% υποψιάζεται ότι αυτό έχει συμβεί. Παρ’ όλα αυτά, μόνο το 41% δηλώνει ότι έχει πλήρη ορατότητα στα εργαλεία AI που χρησιμοποιούνται στον οργανισμό του. Η εισαγωγή πληροφοριών σε ένα εργαλείο AI δεν συνιστά από μόνη της περιστατικό ασφαλείας: ο αντίκτυπός της εξαρτάται από τον προορισμό των δεδομένων και από το αν η συγκεκριμένη χρήση είναι εγκεκριμένη.
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι η ύπαρξη τεχνολογίας δεν μεταφράζεται πάντα σε υψηλή αντίληψη αποτελεσματικότητας. Το 91% δηλώνει ότι διαθέτει τουλάχιστον μία τεχνολογία προστασίας, όμως μόνο το 42% αξιολογεί τη συνολική αποτελεσματικότητά της ως αρκετά ή πολύ υψηλή. Όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, το 59% αναφέρει ότι οι μηχανισμοί ελέγχου του δεν αποτρέπουν την έκθεση ευαίσθητων πληροφοριών ή την αποτρέπουν μόνο εν μέρει.
Προστασία της πληροφορίας πέρα από την περίμετρο
«Μοιραζόμαστε όλο και περισσότερες ευαίσθητες πληροφορίες με περισσότερους ανθρώπους, μέσα από περισσότερα κανάλια και με περισσότερα εργαλεία. Η τεχνητή νοημοσύνη έχει διευρύνει ακόμη περισσότερο τα κανάλια μέσω των οποίων μπορεί να διακινηθεί αυτή η πληροφορία, αυξάνοντας την έκθεση σε κίνδυνο όταν δεν υπάρχουν επαρκείς μηχανισμοί ελέγχου. Γι’ αυτό, η προστασία της πληροφορίας δεν μπορεί να περιορίζεται στον έλεγχο του ποιος έχει πρόσβαση σε αυτήν εντός του οργανισμού: είναι απαραίτητο η προστασία να συνοδεύει το έγγραφο όπου κι αν βρεθεί», δηλώνει ο Luis Ángel del Valle, CEO της SealPath.
Η έκθεση «State of Data Protection 2026» παρέχει μια επισκόπηση των πρακτικών που ανέφεραν οι επαγγελματίες που συμμετείχαν και αναλύει τις προκλήσεις που σχετίζονται με τον έλεγχο της πληροφορίας, τη συνεργασία με τρίτους και τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Η έρευνα πεδίου πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2026. Πρόκειται για διερευνητική μελέτη που βασίζεται σε αυτοαναφερόμενες απαντήσεις· ως εκ τούτου, τα αποτελέσματά της δεν φιλοδοξούν να είναι στατιστικά αντιπροσωπευτικά του συνόλου της αγοράς.







